Το χρονικό μιας εγκατάλειψης
Είμαι μια μικρόσωμη σκυλίτσα, και με λένε Λάκυ. Είμαι μεγάλη στην ηλικία, μα μπορώ να πω, πως είμαι ακόμα πολύ όμορφη. Όταν γεννήθηκα ήμουν τόσο γλυκιά, τόσο παιχνιδιάρα και αγαπούσα πάρα πολύ τα μικρά παιδάκια. Η μαμά μου με μεγάλωσε με πολύ αγάπη έτσι και εγώ έδειχνα την αγάπη μου σε όλους, πιστεύοντας ότι όλοι θα με αγαπούν για πάντα. Ήρθε ο καιρός να αποχωριστώ την μαμά μου. Μια οικογένεια με δυο παιδάκια και ένα πάρα πολύ ωραίο σπίτι, με υιοθέτησαν για να μείνω για πάντα κοντά τους. Τι παιχνίδια κάναμε με τα δυο τους παιδάκια!! Την Σαββίνα και τον Γιωργάκη, έτσι τους λέγανε. Κυλιόμασταν στο γρασίδι, παίζαμε με τις μπάλες, μικρές και μεγάλες και πολλές φορές έφερναν και φίλους τους για να παίξουμε όλοι μαζί. Μου είχαν πάρει και διάφορα παιχνιδάκια για σκυλάκια, αλλά εγώ προτιμούσα να παίζω μαζί τους. Τους αγαπούσα ήμουν ευτυχισμένη, με είχαν σαν μικρό τους αδελφάκι. Πότε πότε με μάλωναν γιατί έκανα ζημιές. Έτρωγα κορδόνια, δάγκωνα παντόφλες, ε τι να κάνω και εγώ μικρό κουταβάκι ήμουν, και έπρεπε να μάθω πάρα πολλά πράγματα ακόμη! Όλα ήταν τόσο ωραία! Πίστευα ότι με αγαπούσαν! Μέχρι που τα σχολεία έκλεισαν και ήρθε η ώρα να πάνε διακοπές. Ο Γιωργάκης και η Σαββίνα ήθελαν να με πάρουν μαζί, όμως ο μπαμπάς και η μαμά δεν ήθελαν, διότι ήθελαν να έχουν την ησυχία τους στις διακοπές τους. Τους εξήγησαν ότι θα με πρόσεχε η γιαγιά τους έως ότου γυρίσουν. Εγώ τρόμαξα όταν το άκουσα, διότι ένιωθα ότι η γιαγιά τους δεν με αγαπούσε και τόσο. Θυμάμαι τις ημέρες που ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους. Δεν μου έδιναν και τόση σημασία. Καθόμουν σε μια γωνιά λυπημένη που θα έφευγαν χωρίς εμένα, αλλά σκεπτόμουν ότι θα ξαναγύριζαν, και αυτό με παρηγορούσε. Λίγο πριν φύγουν, με έβαλε μπαμπάς τους μέσα στο αυτοκίνητο και τους είπε ότι θα με πάει στην γιαγιά τους. Ταξιδεύαμε πολύ ώρα, μα δεν πηγαίναμε στην γιαγιά τους. Πηγαίναμε σε μέρη που δεν είχαμε ξαναπάει πότε!!Ξαφνικά το αυτοκίνητο σταμάτησε, ο μπαμπάς τους άνοιξε την πόρτα, με έβγαλε έξω, μπήκε πάλι μέσα και ξεκίνησε με μεγάλη ταχύτητα πάλι χωρίς εμένα. Εγώ τρόμαξα, έτρεχα πίσω από το αυτοκίνητο ώρα πολύ, μέχρι που το έχασα, μέχρι που η καρδούλα μου δεν άντεχε να τρέχει άλλο. Και τότε κατάλαβα! Με πέταξαν! Μα γιατί? Εγώ τους αγαπούσα τόσο πολύ, θα έδινα και την ζωή μου γι' αυτούς. Έκλαιγα ,μα δεν με άκουγε κανείς. Δεν ήξερα καν που ήμουν, κατάλαβα όμως ότι είμαι μόνη μου. Που ήταν η Σαββίνα και ο Γιωργάκης? Που ήταν ο μπαμπάς τους και η μαμά τους? Ένιωθα σαν ορφανό που δεν έχει στον κόσμο κανέναν και δεν έχει πλέον που να πάει. Πεινούσα, διψούσα, περπατούσα με το κεφάλι σκυμμένο, μήπως βρω κάτι να φάω να πιω. Μπα μόνο χορταράκι έβρισκα. Περνούσαν οι μέρες και δεν είχα πλέον δυνάμεις. Θα έπρεπε να είχα αδυνατίσει και πολύ. Όταν περνούσα από σπίτια, κοιτούσα γεμάτη ελπίδα για λίγο φαγητό, για λίγο νερό, για λίγα χάδια. Μάταια, από παντού με έδιωχναν. Πόσο αδέσποτο ήμουν!!! Στα σκουπίδια έβρισκα πότε πότε κάτι για φαγητό, κι' αν έβρεχε έβρισκα λίγο νεράκι να πιω. Γνώρισα και αλλα αδέσποτα σκυλάκια τα οποία όταν έκλαιγα με παρηγορούσαν και μου έλεγαν να το πάρω απόφαση πως είμαι μόνο μου, αδέσποτο. Μια μέρα με πλησίασαν κάτι παιδιά και ήθελαν να παίξουν μαζί μου. Από την χαρά μου τους ακολούθησα, γιατί πίστεψα πως με ήθελαν. Το ένα παιδάκι πράγματι με ήθελε φοβήθηκε όμως τους γονείς του και δεν με έβαλε στην αυλή του μέσα. Επειδή δεν είχε λουράκι μου έβαλε ένα σύρμα στο λαιμό και με έδεσε με ένα κορδόνι στο φράκτη. Όταν με ανακάλυψε ο μπαμπάς του, έγινε έξω φρενών, έκοψε το κορδόνι και με έδιωξε, αλλά μου άφησε το σύρμα στο λαιμό! Πέρασαν πολλές μέρες, εγώ μεγάλωσα κι' άλλο και το σύρμα άρχισε να μου σφίγγει το λαιμό, να με πονάει πολύ, να μην μπορώ να σηκώσω το κεφαλάκι μου, μέχρι που το σύρμα μου έκοψε το δέρμα γύρω από τον λαιμό μου. Και όλο έμπαινε πιο βαθιά και δύσκολα έπαιρνα πλέον αναπνοή. Έκανα μια μεγάλη πληγή. Πονούσα πολύ και όλο αδυνάτιζα περισσότερο. Φοβόμουν όλους τους ανθρώπους, γιατί όλοι με έδιωχναν, έβλεπαν την μεγάλη μου πληγή και φοβόταν μήπως έχω καμία αρρώστια. Κι' εγώ ήμουν μόνο ένα τραυματισμένο αδέσποτο σκυλάκι!!! Σ' ένα μεγάλο σουπερμάρκετ πήγαινα καμία φορά να βρω κάτι στα σκουπίδια να φάω. Μέχρι που μια μέρα με αντίκρισε μια κυρία. Άρχισε να μου λέει γλυκόλογα και έκλαιγε βλέποντας τα τραύματα μου. Είχα μήνες να ακούσω γλυκά λόγια, είχα μήνες να νιώσω χάδια επάνω μου είχα ξεχάσει πως θα μπορούσε κάποιος να με αγαπήσει. Γι 'αυτό έφυγα τρέχοντας, όσο πιο γρήγορα μπορούσε να τρέξει το αδύναμο πια κορμάκι μου. Την άλλη μέρα πήγα πάλι στους κάδους των σκουπιδιών και συνάντησα την ίδια κυρία, η οποία μάλλον έψαχνε εμένα, γιατί μόλις με αντίκρισε, χάρηκε τόσο πολύ, με χάιδευε συνέχεια, μου έλεγε λόγια γλυκά, που για λίγο ξέχασα ότι πονούσα και απολάμβανα αυτό το χάδι επάνω στη πλατούλα μου. Δεν αντιστάθηκα καθόλου όταν με πήρε αγκαλιά. Με πήγε στο αυτοκίνητο της, με τύλιξε με μια κουβερτούλα κι' εγώ αποκοιμήθηκα αμέσως. Μετά από τοοόσους μήνες ένιωσα λίγη ζεστασιά και το κορμάκι μου χαλάρωσε. Όταν ξύπνησα, ήμουν επάνω σε έναν μεταλλικό πάγκο, σένα άσπρο δωμάτιο κι ένιωθα χέρια γεμάτα αγάπη να με χαϊδεύουν και κάποιον κύριο με άσπρη ποδιά με διάφορα εργαλεία να μου περιποιείται τις πληγές μου. Πως πονούσε ο λαιμός μου! Αν μου έκοβε εκείνο το σύρμα τι καλά θα ήταν! Σε λίγο τον άκουσα να λέει « Τα κατάφερα, το έκοψα» και εννοούσε το σύρμα. Από εκεί και πέρα με νάρκωσαν και δεν θυμάμαι τίποτε. Όταν ξύπνησα, έβλεπα γύρω μου πολλά μηχανήματα κι' εγώ συνδεόμουν με σωληνάκια με όλα αυτά τα μηχανήματα. Μετά έμαθα ότι είχε κοπεί σχεδόν ο λαιμός μου και μου τον έραψαν γύρω γύρω. Όπως καταλαβαίνετε, ήμουν σε μια κλινική για μικρά ζώα. Η κυρία που με βρήκε, με επισκεπτόταν καθημερινά με τον σύζυγο της κι εγώ χαιρόμουν που είχα πάλι μια μαμά κι' έναν μπαμπά. Πράγματι, όταν μου έβγαλαν τα ράμματα με πήραν στο σπίτι τους, με έβαλαν σε μια ωραία πολυθρόνα με την κουβερτούλα μου κι' εγώ καμάρωνα με τον καινούριο ωραίο μου λαιμό. Με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Και η αγάπη αυτή είναι σήμερα πιο δυνατή. Γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που με έσωσαν. Σας είπα σήμερα είμαι μεγάλη σε ηλικία, αλλα είμαι μια ευτυχισμένη γιαγιούλα και θα ήθελα να γίνουν όλα τα αδέσποτα ευτυχισμένα. Γι' αυτό, εσείς τα παιδάκια, σκεφτείτε μαζί με τους γονείς σας πριν πάρετε ένα σκυλάκι. Μπορείτε να το έχετε για πάντα κοντά σας χωρίς να το εγκαταλείψετε μια μέρα? Μην ξεχνάτε πως και εμείς τα σκυλάκια, μα και όλα τα ζωάκια, χαιρόμαστε, πονάμε, κλαίμε, πεινάμε, διψάμε, αρρωσταίνουμε, μα πάνω απ' όλα, σας αγαπάμε. Λάκυ Η ιστορία είναι απόλυτα αληθινή, η Λάκυ ζει σήμερα ευτυχισμένη και είναι 15 χρονών. Για την Λάκυ, Μάραμις - Χάρλαν Μαρία

